Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

2η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ 1-2 Ιουνίου στην Αθήνα

Η 2η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη θα διεξαχθεί στο Εκθεσιακό Κέντρο Περιστερίου (Δωδεκανήσου 106 και Μεγάλου Βασιλείου - στάση Μετρό Ανθούπολη). 

Παρακάτω η λίστα με τα κείμενα των συντρόφων μελών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ από όλη τη χώρα, που κατατέθηκαν στα πλαίσια του προσυνεδριακού διαλόγου, με τη σειρά που κατατέθηκαν, από το πιο πρόσφατο μέχρι το πρώτο. 

Στο τέλος της λίστας ακολουθεί Εκτίμηση της Κεντρικής Συντονιστικής Επιτροπής για τη λειτουργία της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. και προτάσεις για την οργανωτική της ανασυγκρότηση
Όλα τα κείμενα του προσυνεδριακού διαλόγου μπορείτε να τα διαβάσετε στην κεντρική ιστοσελίδα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στον σύνδεσμο  http://antarsya.gr/bsyn


Mon, 13/05/2013 - 12:18



Fri, 19/04/2013 - 10:08

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Εκτίμηση της Κεντρικής Συντονιστικής Επιτροπής για τη λειτουργία της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. και προτάσεις για την οργανωτική της ανασυγκρότηση


1. Τέσσερα χρόνια συμπληρώθηκαν από τη γέννηση του πιο ελπιδοφόρου εγχειρήματος στο χώρο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Γέννημα των μεγάλων λαϊκών και νεολαιίστικων αγώνων  όλων των τελευταίων χρόνων, του θερμού Δεκέμβρη του 2008 η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτέλεσε μια σημαντική πολιτική τομή. Οι μεγάλες μάχες που έδωσαν από κοινού οι οργανωμένες αλλά και ανένταχτες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς συνέβαλαν στη συνειδητοποίηση της ανάγκης ενιαίας έκφρασης.   και στην άρνηση των μοναχικών δρόμων που υπονόμευαν τη δυνατότητα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς να παρεμβαίνει με μαζικούς όρους.
- Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο διάστημα αυτό συσπείρωσε χιλιάδες αγωνιστές σε όλη την Ελλάδα, ήταν παρούσα σε όλους τους κρίσιμους κοινωνικούς αγώνες, παρεμβαίνει σε εργασιακούς χώρους, σχολές και γειτονιές. Κατοχυρώθηκε ως ένας αναγνωρίσιμος τρίτος πόλος της Αριστεράς με αξιοσημείωτη πολιτική και συνδικαλιστική δράση. Κάθε συζήτηση για την αριστερά σήμερα, στην καθημερινή ζωή ή στην κεντρική πολιτική σκηνή, περιλαμβάνει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διεκδίκησε και διεκδικεί να ηγεμονεύσει η επαναστατική, αντικαπιταλιστική γραμμή μέσα στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, αποφεύγοντας και το ακολουθητισμό προς τη γραφειοκρατία και το ρεφορμισμό αλλά και τη λογική της διάσπασης και υπονόμευσης των αγώνων.
- Προχώρησε τον πολιτικό της λόγο, διατύπωσε το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα δίνοντας την δική της απάντηση για άμεσο πολιτικό αγώνα και την σχέση του με την στρατηγική της επαναστατικής αλλαγής και του σοσιαλισμού / κομμουνισμού διαφορετική από τον «ρεαλισμό» της διαχείρισης του καπιταλισμού και του εξοβελισμού των αντικαπιταλιστικών στόχων στην «λαϊκή εξουσία». Διαμόρφωσε στόχους πάλης που επηρέασαν καθοριστικά το κίνημα αλλά και όλη την αριστερά.
- Έδειξε ότι μπορεί να υπάρχει ένα μέτωπο της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς στο οποίο να συναντιούνται διαφορετικά ρεύματα και ιδεολογικές παραδόσεις και μέσα από το συντροφικό διάλογο και την ανοιχτή δημοκρατική συζήτηση να διαμορφώνονται ανώτερες συνθέσεις, μέσα από τη δοκιμασία των απόψεων στη βάσανο των μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών μαχών. Κάνοντας αποφασιστικά βήματα προς μια πραγματική δημοκρατική λειτουργία και ισότιμη συμμετοχή όλων των μελών του. Με αυτό τον τρόπο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρόλες τις αδυναμίες και τις καθυστερήσεις, διαλέγει έναν άλλο δρόμο και από πρακτικές όπως του ΣΥΡΙΖΑ όπου η επίφαση συμμετοχής απλώς επικυρώνει τις προειλημμένες αποφάσεις της ηγετικής ομάδας και από το ΚΚΕ που βαφτίζει «μέτωπο» το άθροισμα των ελεγχόμενων από αυτό μαζικών οργανώσεων.

2. Με την πρώτη Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έκανε σημαντικά βήματα μπροστά και στην οργανωτική λειτουργία και την δημοκρατική της συγκρότηση.


- Συγκροτήθηκαν περισσότερες τοπικές και κλαδικές επιτροπές πανελλαδικά. Πιο γειωμένες και με μεγαλύτερη παρέμβαση, συσπειρώνοντας σημαντικό αριθμό αγωνιστών.
- Αποφασίστηκε και προωθήθηκε  στην πράξη, αν και όχι ολοκληρωμένα, η απόφαση της 1ης Συνδιάσκεψης για ένα μέτωπο οργανωμένων και ανένταχτων αγωνιστών που βασίζεται στην δημοκρατική αρχή «ένα μέλος – μία ψήφος», με πλούτο απόψεων και συντροφική και δημιουργική σύνθεσή τους, κάνοντας έτσι ένα βήμα που άλλα μέτωπα με πολύ πιο μακρόχρονη λειτουργία δεν τόλμησαν ποτέ.

3. Το θετικό πρόσημο αυτής της διαδρομής όχι μόνο δεν πρέπει να κρύβει αδυναμίες, ανεπάρκειες και λάθη στη λειτουργία μας αλλά αντίθετα καθιστά πιο επιτακτική την αυτοκριτική συζήτηση και την πάλη για τη διόρθωση αυτών των προβλημάτων, καθώς η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελεί για όλους μας προτεραιότητα, ένα εγχείρημα προοπτικής και όχι μια πρόσκαιρη εκλογική σύμπραξη ή σανίδα επιβίωσης.

α) Bασική αδυναμία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι η ανεπάρκεια και ασυνέχεια στην πολιτική της παρέμβαση, οι αδύναμοι πολιτικοί δεσμοί με τον κόσμο του κινήματος, την ίδια την εργατική τάξηΣημαντικά κενά στην έγκαιρη και εύστοχη δημόσια τοποθέτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ελλιπής και συχνά καθυστερημένη παρέμβαση σε κρίσιμα πολιτικά γεγονότα. Ανεπαρκής και ασυνεχής λειτουργία των τοπικών και κλαδικών επιτροπών.
Μέσα από την αναβάθμιση της εξώστρεφης αυτοτελούς πολιτικής δράσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εμπνέονται να συμμετέχουν πιο ενεργά τα μέλη της, κερδίζονται νέοι αγωνιστές, ερχόμαστε σε επαφή με τα πιο πρωτοπόρα και αγωνιζόμενα τμήματα των εργαζόμενων,μεταφέρονται τα δικά τους ερωτήματα και προβληματισμοί  στις γραμμές μας, πράγμα  που αποτελεί την  πιο βασική προϋπόθεση για μια «δημοκρατική ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών». Οι πρωτοβουλίες και ο προσανατολισμός προς τα «έξω» καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό και το «μέσα», τον χαρακτήρα και τον τρόπο λειτουργίας του μετώπου. Μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ με χιλιάδες μέλη στις γραμμές της, ανοιχτή στα πρωτοπόρα κομμάτια του κινήματος, επιβάλει και μια διαφορετική συγκρότηση και λειτουργία στο εσωτερικό της.
Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται άλλωστε και από την διαφοροποιημένη εικόνα από την δράση των επιτροπών, που είναι το βασικό κύτταρο της λειτουργίας μας.
Τοπικές που πήραν πρωτοβουλίες και συνδέθηκαν με δράσεις στην περιοχή τους (για την στήριξη μιας απεργίας, μιας αντιφασιστικής – αντιρατσιστικής, μιας τοπικής πρωτοβουλίας για ελεύθερους χώρους, χαράτσια κλπ) είναι συνήθως και πιο συγκροτημένες, με τακτικές συνεδριάσεις και διαδικασίες, περισσότερα και πιο ενεργά μέλη κλπ. Αντίθετα όπου δεν υπήρχε τέτοια αντιμετώπιση, η εσωτερική λειτουργία των επιτροπών ατόνησε  σημαντικά.
β) Σημαντικές αδυναμίες υπάρχουν και στην συγκρότηση των κλαδικών επιτροπών. Ένας συνδυασμός των μεγάλων αντικειμενικών δυσκολιών που υπάρχουν κυρίως στους χώρους του ιδιωτικού τομέα, αλλά και υποκειμενικών πολιτικών αδυναμιών, όπως η «στενή συνδικαλιστική παρέμβαση», η αδυναμία να συνδυαστεί σωστά η δράση του πολιτικού μετώπου και των σχημάτων των χώρων, έχει οδηγήσει στο να μην σταθεροποιείται η πολιτικο-οργανωτική λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ακόμα και σε περιπτώσεις που υπάρχουν πολύ ισχυρές δυνάμεις  ή να μην αναπτύσσεται σε νέες.
Η ανάπτυξη των κλαδικών επιτροπών είναι προτεραιότητα για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ γιατί  επαναστατικό εγχείρημα δεν υφίσταται χωρίς την αναγκαία πολιτική γείωση σε κλάδους και χώρους δουλειάς και την ενεργό συμμετοχή του σαν οργανωτής και πολιτικό νεύρο των ταξικών αγώνων.
3.         Παρά τα θετικά βήματα υπάρχουν ακόμα σημαντικά προβλήματα και περιθώρια βελτίωσης πάνω στο ζήτημα της δημοκρατικής συγκρότησης και λειτουργίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στην κατεύθυνση της  ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελώνΓια να λύνονται τα οργανωτικά προβλήματα, να «ενοποιείται» η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να λύνονται προωθητικά οι πολιτικές διαφορές ανάμεσα στα πολιτικά ρεύματα και τις οργανώσεις που την συγκροτούν και να γίνονται διαρκώς βήματα από την αρχική αφετηρία του μετώπου «αθροίσματος» οργανώσεων και ανένταχτων αγωνιστών προς μια βαθύτερη ενότητα, στα πλαίσια της οποίας  αναπτύσσεται η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους και ανάμεσα στο οργανωμένο και το ανένταχτο δυναμικό της  απαιτείται η ενιαία δράση και σχεδιασμός, η αναβάθμιση των πρωτοβουλιών, του πολιτικού ρόλου και της λειτουργίας των επιτροπών, η εμβάθυνση μιας κουλτούρας διαλόγου και σύνθεσης, ο σεβασμός της πλειοψηφίας και η άρνηση λογικών βέτο, η αναλογική εκπροσώπηση όλων των διαφορετικών απόψεων που μπορεί να εκφραστούν, η κατάκτηση μιας όσο το δυνατόν ενιαίας οργανωτικής δομής.
Αποτελεί πλούτο και δύναμη για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ τόσο η ύπαρξη όλων αυτών των οργανωμένων ρευμάτων κα συνιστωσών όσο και των ανένταχτων αγωνιστών της στον βαθμό βέβαια που  όλοι λειτουργούν έμπρακτα με συνθετικό και προωθητικό τρόπο. Θέλουμε ΑΝΤΑΡΣΥΑ «φιλόξενη» σε κάθε έναν αγωνιστή, με ιδιαίτερη προσπάθεια να εξασφαλίζεται η ισότιμη σχέση ενταγμένων ανένταχτων αγωνιστών. Να αποτελεί χώρο «συμβολής» και όχι «επιβεβαίωσης» της ιδιαίτερης πολιτικής γραμμής του καθενός, όπως συμβαίνει  ορισμένες φορές οδηγώντας σε παραλυτικούς οργανωτικούς διαγκωνισμούς, άγονες αντιπαραθέσεις και φθορά στο δυναμικό μας.
Έχουμε συνείδηση ότι τα προβλήματα στη λειτουργία των οργάνων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ από την  ΚΣΕ, το ΠΣΟ  μέχρι τις τοπικές και κλαδικές επιτροπές δεν είναι στενά οργανωτικού αλλά πολιτικού χαρακτήρα. Το «οργανωτικό» είναι σε κάθε περίπτωση πολιτικό ζήτημα. Χρειάζεται να συζητήσουμε πιο συστηματικά  και επί της ουσίας την συζήτηση για το πως πρέπει να δρα και να λειτουργεί ένα αντικαπιταλιστικό-επαναστατικό πολιτικό μέτωπο, όπως φιλοδοξούμε να γίνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ,  τις  διαφορετικές πολιτικές  αντιλήψεις που υπάρχουν, την συγκεκριμένη κατάστασή μας τα συγκεκριμένα βήματα για να την υπερβούμε.
4.         Απαιτείται διαρκής προσπάθεια αναβάθμισης του πολιτικού ρόλου των ΤΕ, με εφαρμογή των ήδη αποφασισμένων από την προηγούμενη συνδιάσκεψη μέτρων αλλά και άλλων όπως  παρακολούθηση των συνεδριάσεων και γενικότερα της λειτουργίας τους από την ΚΣΕ και των της ΚΣΕ από τις τοπικές, συζήτηση και τοποθέτηση πάνω στις αποφάσεις της ΚΣΕ, μεγαλύτερη δυνατότητα έκτακτων συνδιασκέψεων για σοβαρά ζητήματα, οριζόντια διασύνδεση ανάμεσα στις ΤΕ και ΚΕ με κατάλληλες μορφές ώστε να εξασφαλίζεται η  αλληλοενημέρωση και η ανταλλαγή εμπειρίας,
Επιπλέον στοιχείο της πολιτικής και οργανωτικής αναβάθμισης των Επιτροπών είναι η καλύτερη αντιστοίχιση των ΤΕ με τον χώρο τους καθώς-πολλές ΤΕ έχουν ακόμα την αρχική μορφή που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες λειτουργίας αλλά και παρέμβασης στις τοπικές κοινωνίες.  Στόχευσή μας είναι η συγκρότηση ΤΕ σε αντιστοιχία με τους καλλικρατικούς Δήμους.

5. Τα όργανα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να κάνουν βήματα ώστε να αποτελούν όργανα μιας όσο το δυνατόν πιο ενιαίας πολιτικής και «καθοδηγητικής» λειτουργίας, εμβάθυνσης, σύνθεσης, παραγωγής και υλοποίησης μιας μάχιμης πολιτικής γραμμής.

Ωστόσο η ΚΣΕ είχε σημαντικά προβλήματα στην συγκρότηση και λειτουργία της.  Απουσιάζει ο καταμερισμός των αρμοδιοτήτων. Η σύνδεση ΚΣΕ-τοπικών περνάει κυρίως μέσα από τον οργανωτικό ιστό των συνιστωσών χωρίς τα αναγκαία βήματα οικοδόμησης ενός ενιαίου οργανωτικού ιστού.  Αντίστροφα, η εμπειρία της δράσης των ΤΕ και οι απόψεις – προτάσεις Τ.Ε. και Κ.Ε. δεν συγκεντρώνονται και δεν αξιολογούνται από την ΚΣΕ. Έτσι η ΚΣΕ δεν απέφυγε σοβαρές γραφειοκρατικές πλευρές στην λειτουργία της.
- Η ΚΣΕ προσπάθησε να εκφράσει και να βαθύνει το «κεκτημένο» της πρώτης Συνδιάσκεψης. Με εξαντλητική, πολλές φορές, συζήτηση και με διάθεση σύνθεσης και προχωρήματος.
Ωστόσο δεν έλειψαν και σημαντικά προβλήματα στην συγκρότηση και λειτουργία της. Πολύωρες συνεδριάσεις, χωρίς πάντα πρακτικές καταλήξεις και χρεώσεις. Επιπλέον τα όργανα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ από «πάνω» την ΚΣΕ, μέχρι «κάτω» τα συντονιστικά των ΤΕ δεν είναι και δεν πρέπει να λειτουργούν σαν «διαπαραταξιακά» με τυχαία συμμετοχή ή συμμετοχή δια αντιπροσώπων, καταστάσεις που, στο βαθμό που υπάρχουν, εμποδίζουν την ύπαρξη  καταμερισμού,  αρμοδιοτήτων και προσωπική ανάληψη τομέων δουλειάς . Η σύνδεση ΚΣΕ-τοπικών χωρίς τα αναγκαία βήματα οικοδόμησης ενός ενιαίου οργανωτικού ιστού οδηγεί σε ελλιπή παρακολούθηση και σύνδεση με τις δράσεις, τις εμπειρίες, τις απόψεις και τις προτάσεις των τοπικών και κλαδικών επιτροπών σε πανελλαδικό επίπεδο. Με αυτό τον τρόπο η πολύτιμη εμπειρία των μελών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ούτε συγκεντρώνεται συλλογικά ούτε αξιολογείται
Χρειάζεται να ξεπεραστούν άμεσα αυτές οι αδυναμίες, η ΚΣΕ να μπορεί έγκαιρα, αιχμηρά και οργανωμένα να συμβάλει στην υλοποίηση των αποφάσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στην κατεύθυνση αυτή συμβάλλει και η πρόταση για αύξηση του αριθμού των μελών της ΚΣΕ σε 23 προκειμένου να αξιοποιηθούν περισσότεροι σύντροφοι και συντρόφισσες ανένταχτοι/ες.
- Η ΠΣΟ συγκλήθηκε μόνο κατά την περίοδο των εκλογών, τα μέλη της αξιοποιήθηκαν ελάχιστα.  Προτείνεται η πιο τακτική λειτουργία της, τουλάχιστον 3 φορές το χρόνο και έκτακτα όποτε απαιτείται, καταμερισμός αρμοδιοτήτων στο σύνολο των μελών της, βήματα που θα συμβάλουν στην καλύτερη λειτουργία και πανελλαδική συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
- Σε επίπεδο περιφέρειας συχνά προκύπτει ανάγκη συντονισμένης παρέμβασης και συνεργασίας ανάμεσα στις διάφορες τοπικές και κλαδικές επιτροπές. Γι αυτόν τον σκοπό οι επιτροπές με την συμβολή της ΚΣΕ και της ΠΣΕ μπορούν να προχωρήσουν σε περιφερειακές συσκέψεις και  δημιουργία περιφερειακών συντονιστικών επιτροπών, σύμφωνα με το καταστατικό

6. Οι αποφάσεις για το οργανωτικό της 1ης Συνδιάσκεψης είναι αφετηρία και βάση για να συνεχίσουμε.

- Υπάρχουν αποφάσεις που έχουν καθυστερήσει και χρειάζεται να προχωρήσουν άμεσα όπως η  συγκρότηση γραμματειών για το συνδικαλιστικό, αγροτικό, τοπική αυτοδιοίκηση κλπ, η αναβάθμιση του Γραφείου Τύπου και η καλύτερη σύνδεσή του με την ΚΣΕ, η δυνατότητα έκδοσης εφημερίδας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η οργάνωση κεντρικών πολιτικών εκδηλώσεων (φόρουμ, φεστιβάλ κλπ), τα άνοιγμα γραφείων κεντρικά και τοπικά.
7. Με βάση και την εμπειρία από την πρώτη Συνδιάσκεψη χρειάζεται να προσδιορίσουμε καλύτερα την έννοια του «μέλους» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Έτσι προτείνεται το σχετικό τμήμα του καταστατικού να προστεθεί το παρακάτω:
«Επειδή ακριβώς είμαστε ένα μέτωπο της αντικαπιταλιστικής – επαναστατικής αριστεράς επιδιώκουμε τα μέλη να στρατεύονται στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ με βάση τα παραπάνω κριτήρια και όχι ευκαιριακά. Είμαστε αντίθετοι με τις σοσιαλδημοκρατικές και ρεφορμιστικές αντιλήψεις που θέλουν μέλη «μιας χρήσης», μέλη απλώς ψηφοφόρους, μέλη παθητικά.”
Επιπλέον να προστεθεί: «Παύει να είναι μέλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όποιος δεν συμμετέχει σε καμία δραστηριότητά της αδικαιολόγητα και πάνω από 8μήνες, δεν συνεισφέρει οικονομικά για το ίδιο διάστημα, στρατεύεται και υποστηρίζει άλλον πολιτικό φορέα. Αφαίρεση της ιδιότητας μέλους γίνεται από την συνέλευση της Τοπικής ή Κλαδικής Επιτροπής με ενισχυμένη πλειοψηφία 2/3 επί των παρόντων μελών. Απαιτείται επικύρωση από την ΚΣΕ. Κάθε μέλος έχει δυνατότητα να προσφύγει κατά μιας τέτοιας απόφασης στην ΚΣΕ, και εφόσον το ζητήσει και  στην Συνδιάσκεψη».
8. Στα πλαίσια της συζήτησης της ΚΣΕ έχουν κατατεθεί διαφορετικές προτάσεις οργανωτικού χαρακτήρα Με την απόφαση της αυτή η ΚΣΕ επιχειρεί να διαμορφώσει μια ελάχιστη ενιαία βάση για την καλύτερη ανάπτυξη των διαφορετικών προβληματισμών και προτάσεων και την ώριμη κατάληξή τους στην διαδικασία της Συνδιάσκεψης. Οι προτάσεις αυτές αφορούν σημαντικά ζητήματα όπως:
α) Τον τρόπο εκλογής των αντιπροσώπων για την Συνδιάσκεψη και των  οργάνων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Συγκεκριμένα προτάθηκε η παρακάτω προσθήκη:
«Έχοντας σαν αφετηρία την απόφαση της ΠΣΕ που συγκλήθηκε στις 22/1/12, αμέσως μετά την 1η Συνδιάσκεψη, η οποία αποφάσισε ομόφωνα την διεύρυνση της ΚΣΕ με συμβουλευτική ψήφο των επιλαχόντων υποψηφίων σε αυτήν και επισήμανε την αναγκαιότητα «διερεύνησης μέτρων που θα εξασφαλίσουν την μεγαλύτερη δυνατή και πιο αναλογική αντιπροσώπευση των υποψηφίων στα όργανα, στην πορεία προς την επόμενη Συνδιάσκεψη», προτείνεται να αλλάξει ο τρόπος εκλογής για τους αντιπροσώπους και τα όργανα. Αντί για ενιαία λίστα υποψηφίων και δικαίωμα εκλογής για το 1/4 των εκλέξιμων θέσεων μέσα από μυστική ψηφοφορία, να προχωρήσουμε σε έναν τρόπο εκλογής όπου μπαίνουν ανοιχτά προτάσεις για το σύνολο των εκλεγομένων, ψηφίζονται δημόσια και εκπροσωπούνται ανάλογα με τις ψήφους που πήραν. Ένας τρόπος εκλογής απόλυτα δημοκρατικός, που ενισχύει την προσπάθεια σύνθεσης μέσα από κατάθεση συνολικής πρότασης για τους εκλεγόμενους, που γίνεται ανοιχτά, που εξασφαλίζει ότι καμία άποψη που έχει κατατεθεί δεν αποκλείεται εφόσον έχει ψηφιστεί από 3 τουλάχιστον συντρόφους (που είναι το μέτρο της αντιπροσώπευσης).
Συγκεκριμένα προτείνεται να αλλάξει η παράγραφος 5 της προηγούμενης απόφασης για το οργανωτικό ως εξής:
«Κάθε όργανο εκλέγεται από την αντίστοιχη Συνέλευση των μελών με διαδικασίες απλής αναλογικής ανάμεσα στα προτεινόμενα ψηφοδέλτια. Κάθε 3 μέλη έχουν το δικαίωμα να συγκροτήσουν πρόταση, κάθε μέλος έχει δικαίωμα να ψηφίσει την πρόταση της επιλογής του, η σύνθεση των εκλεγμένων προκύπτει αναλογικά από αυτές τις διαδικασίες.»
β) Σε περίπτωση που το σύστημα εκλογής μείνει ως έχει απαιτούνται μέτρα προς την κατεύθυνση της δημοκρατικότερης και αναλογικότερης εκλογής αντιπροσώπων όπως η μείωση του μέτρου σταυροδοσίας στο 1/6 ή στο 1/5. Το γεγονός ότι η ΚΣΕ, παρά την απόφαση του ΠΣΟ, δεν αποφάσισε έστω και κάποια πρώτα άμεσα βήματα δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για τη δημοκρατική διεξαγωγή της διαδικασίας και κινδύνους αποκλεισμών όπως συνέβη και στην Α'Συνδιάσκεψη.
γ) Τον χαρακτήρα της αυτοκριτικής για την λειτουργία των οργάνων της και ειδικά της ΚΣΕ.
Εκφράστηκε η άποψη πως " Η εικόνα που παρουσιάζεται είναι ετεροβαρής ως προς τη θετική εκδοχή, δεν γίνεται η απαραίτητη αυτοκριτική, ειδικά στον τρόπο με τον οποίο οι συνιστώσες αντιμετώπισαν τη συνολική λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Πρέπει να επισημανθεί με σαφήνεια πως  «η ΚΣΕ  λειτούργησε περισσότερο σαν διαπαραταξιακό όργανο, αποσπασμένο από τις ΤΕ, με και έχει την ευθύνη για την πλήρη υποβάθμιση του ΠΣΟ. Παραμένουμε ΑΝΤΑΡΣΥΑ των συνιστωσών και δεν έγιναν τα απαραίτητα βήματα προς την κατεύθυνση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών, πράγμα που αποτυπώθηκε  στη λογική των βέτο, στην λειψή και ανεπαρκή πολιτική συζήτηση στις τοπικές "
δ) Για την σχέση της Κεντρικής Συντονιστικής Επιτροπής (ΚΣΕ) και του Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου (ΠΣΟ). Συγκεκριμένα προτάθηκε:  "Το ΠΣΟ εκλέγεται από τη συνδιάσκεψη και είναι το κυρίαρχο όργανο ανάμεσα σε δύο συνδιασκέψεις, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί ως το βασικό πολιτικό νεύρο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως βήμα στην καλύτερη πανελλαδικότητα και στη βαθύτερη δημοκρατία.. Στην 1η συνεδρίασή του εκλέγει την ΚΣΕ"
ε) Για την αναβάθμιση του πολιτικού ρόλου των Τοπικών και Κλαδικών Επιτροπών και τον ρόλο τους ανάμεσα στις Συνδιασκέψεις προτάθηκε το παρακάτω: «Κάθε πολιτικού χαρακτήρα απόφαση των οργάνων συζητείται υπό μορφή εισήγησης από όλες τις επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι οποίες καλούνται να αποφασίσουν επί αυτής. Οι αποφάσεις των επιτροπών με τυχόν αλλαγές, προσθήκες ή αντιρρήσεις καταγράφονται, συγκεντρώνονται και επιστρέφουν στα αντίστοιχα όργανα, όπου και συζητούνται στο σύνολό τους. Κάθε άλλη απόφαση επιτροπής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μεταφέρεται στα όργανα, όπου και συζητείται. Στόχος είναι η αμφίδρομη επικοινωνία και μεταφορά αποφάσεων μεταξύ επιτροπών και οργάνων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ».
 στ) Για την ανάπτυξη του αυτοτελούς οργανωτικού ιστού και την περιφερειακή συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προτάθηκε το εξής: « Για την οργανωμένη πολιτική λειτουργία των επιτροπών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανά την Ελλάδα διεξάγονται ετήσιες Περιφερειακές συνδιασκέψεις την περίοδο ανάμεσα στις Πανελλαδικές συνδιασκέψεις. Περιφερειακές συνδιασκέψεις γίνονται σε κάθε καλλικρατική Περιφέρεια ή μεγάλο πολεοδομικό συγκρότημα όπου δρουν άνω της μίας επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Οι Περιφερειακές Συνδιασκέψεις συζητούν στη βάση των πολιτικών αποφάσεων της συνδιάσκεψης και των οργάνων και έχουν αποφασιστικό χαρακτήρα για θέματα που άπτονται του χώρου ευθύνης τους…. Στις τοπικές συνδιασκέψεις συμμετέχουν όλα τα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην αντίστοιχη περιφέρεια με βάση την αρχή ένα μέλος – μία ψήφος…Από τις περιφερειακές συνδιασκέψεις εκλέγονται και τα αντίστοιχα Τοπικά Συντονιστικά όργανα... Τα Τοπικά Συντονιστικά έχουν στόχο να συντονίζουν και να οργανώνουν τη δράση στη βάση των αποφάσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των συνδιασκέψεων εκλογής τους. Έχουν αποφασιστικό χαρακτήρα σε θέματα που άπτονται του χώρου ευθύνης τους. Η διαδικασία εκλογής τους από τις αντίστοιχες τοπικές συνδιασκέψεις είναι αντίστοιχη της εκλογής οργάνων από την Πανελλαδική συνδιάσκεψη και από τις Τοπικές και Κλαδικές επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.»

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

2η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΛΑΜΙΑ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ 22 ΜΑΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΤΗ 2η ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ ΣΑΣ ΠΡΟΣΚΑΛΕΙ ΣΤΗ 2η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΑΙ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΤΗ 2η ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ 1-2 ΙΟΥΝΙΟΥ.

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΘΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΙΗΘΕΙ ΣΤΗ ΛΑΜΙΑ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ 22 ΜΑΙΟΥ ΣΤΙΣ 7.00μμ ΣΤΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΠΛ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ 3, 4ος ΟΡΟΦΟΣ.

ΘΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΕΙ ΕΓΓΡΑΦΗ ΝΕΩΝ ΜΕΛΩΝ ΚΑΙ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΌΣΩΠΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΙΟΥΝΙΟΥ.

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Τα μαθήματα αγώνα και αντίστασης που πρόσφεραν οι εκπαιδευτικοί δεν σβήνουν



Η αγωνιστική απόφαση των καθηγητών για απεργία στις εξετάσεις που καταγράφηκε στις δεκάδες μαζικές συνελεύσεις, ενώ ήταν ήδη γνωστό το θέμα της επιστράτευσης,  δείχνει ότι οι εργαζόμενοι οργανωμένα μπορούν να σπάσουν την ηττοπάθεια, να επιλέξουν τη σύγκρουση με στόχο τη νίκη. Μπορούν να αναμετρηθούν με το φόβο, με τον κοινωνικό αυτοματισμό-κανιβαλισμό, μπορούν να αναδείξουν αιτήματα που ενώνουν τους εργαζόμενους. Για αυτό και προκάλεσε τον πόλεμο από το μέτωπο κυβέρνησης, μνημονιακών ΜΜΕ και φασιστικής Χρυσής Αυγής.

Αυτήν την αγωνιστικότητα ακύρωσε η αντιδημοκρατική ενέργεια των συνδικαλιστών ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοψηφία του ΔΣ της ΟΛΜΕ να κλείσουν την απεργία μέσα από πρωτοφανείς μεθοδεύσεις στη γενική συνέλευση των προέδρων των ΕΛΜΕ στις 15 Μάη.
Οι εκπαιδευτικοί έφεραν στο προσκήνιο την ανάγκη νικηφόρων αγώνων, ανέδειξαν το δικαίωμα στην εκπαίδευση, οδήγησαν σε απομόνωση την κυβέρνηση και τις αυταρχικές της επιλογές για επιστράτευση.
Όμως το κύμα συμπαράστασης και αγωνιστικής συμπόρευσης υπονομεύτηκε από την στάση των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ που άδειασαν τους εκπαιδευτικούς και στήριξαν την κυβέρνηση. Είναι πιο αναγκαία από ποτέ η συζήτηση για ένα άλλο, ταξικό εργατικό κίνημα, δημοκρατικό, αγωνιστικό, μακριά από συμβιβασμένες ηγεσίες.
Η απόρριψη της απεργίας από το ΚΚΕ, τα μισόλογα «ναι μεν, αλλά» ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως η σύμπραξή του με τις κυβερνητικές παρατάξεις είναι ξεκάθαρο ότι συνέβαλαν καθοριστικά στην αναδίπλωση. Φάνηκε ότι η αριστερά της υποταγής, η αριστερά που παραπέμπει είτε στην κυβερνητική λύση διαχείρισης του συστήματος είτε στη «λαϊκή εξουσία» οδηγεί σε αδιέξοδο και ήττα το λαό, αφήνει τις κυβερνήσεις του κεφαλαίου να κυριαρχούν. Είναι ανάγκη του σήμερα η πάλη για μία άλλη αριστερά της ανατροπής, που στηρίζει και πιστεύει στους νικηφόρους αγώνες του κόσμου της εργασίας. Σε αυτό το δρόμο η αντικαπιταλιστική Αριστερά στους εκπαιδευτικούς στήριξε μέχρι τέλους τη γραμμή του αγώνα.
Οι χιλιάδες καθηγητές που συμμετείχαν στις συνελεύσεις και υπερψήφισαν το «ναι» στην απεργία κόντρα στην επιστράτευση, αποτελούν τη βάση για την αγωνιστική, ενωτική ανασυγκρότηση του κινήματος και την επιστροφή του με ένα κύμα ακόμα πιο ισχυρό και συνειδητό, το οποίο θα σαρώσει τον κυβερνητικό ολοκληρωτισμό, τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τις ηττοπαθείς ταλαντεύσεις. Ούτε υποχώρηση, ούτε απαισιοδοξία: βγάζουμε τα συμπεράσματά μας και προχωράμε. Ο αγώνας για τη ζωή, τα δικαιώματα, τις ανάγκες και τις ελευθερίες του λαού και της νεολαίας συνεχίζεται μέχρι τη νίκη!

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Αγωνιστικές Παρεμβάσεις-Συσπειρώσεις-Κινήσεις: Οι Εφιάλτες πρέπει να τιμωρηθούν



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Οι Αγωνιστικές Παρεμβάσεις-Συσπειρώσεις-Κινήσεις Β'βάθμιας εκπαίδευσης καταγγέλλουν τις παρατάξεις ΔΑΚΕ - ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ(ΣΥΡΙΖΑ) και ΠΑΣΚΕ για το πραξικόπημα το οποίο στήθηκε στη Γ.Σ. προέδρων των ΕΛΜΕ στις 15/05/2013.
Ενώ ο κλάδος των καθηγητών ψήφισε με εκπληκτικά ποσοστά την απεργία για την Παρασκευή 17 Μάη, οι πρόεδροι των ΕΛΜΕ που προέρχονται από τις παρατάξεις ΠΑΣΚΕ-ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ-ΔΑΚΕ, ενώ δεν είχαν κανένα δικαίωμα σύμφωνα με το καταστατικό της ΟΛΜΕ να αναιρέσουν την απόφαση των Γενικών Συνελεύσεων, φρόντισαν να θάψουν την απεργία και τις αγωνιστικές κινητοποιήσεις.

Θα συνεχίσουμε με κάθε τρόπο την υπεράσπιση της δημόσιας παιδείας, την ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής, αλλά και τον οριστικό ενταφιασμό της συνδικαλιστικής προδοσίας.
Οι Εφιάλτες πρέπει να τιμωρηθούν 
Αθήνα, 15/05/2013

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Η νίκη του αγώνα των καθηγητών, νίκη όλου του λαού: Για δουλειά παιδεία ελευθερία.



Η επίθεση της Κυβέρνησης στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εργαζομένων και του λαού κλιμακώνεται. Στο στόχαστρο μπήκε τώρα η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οι μαθητές και οι καθηγητές. Στα πλαίσια της δημοσιονομικής πολιτικής της μείωσης στο ελάχιστο του κόστους των κοινωνικών κατακτήσεων στην Παιδεία και στην Υγεία, ψηφίζει νόμους για τον περιορισμό των αναγκών σε εκπαιδευτικούς.

Μετά την κατάργηση εκατοντάδων σχολείων σε όλη τη χώρα, την αύξηση των μαθητών ανά τμήμα, τη διακοπή διορισμών εκπαιδευτικών, μόνιμων και αναπληρωτών, την απόλυση ουσιαστικά 10.000 αναπληρωτών από την επόμενη σχολική χρονιά, προχωράει στην θέσπιση της αναγκαστικής μετάθεσης τους και στην αύξηση του διδακτικού ωραρίου τους με στόχο τη δημιουργία υπεράριθμων, ώστε να προχωρήσει σε επόμενη φάση σε απολύσεις.

Παράλληλα ετοιμάζει τους νέους νόμους για το Γενικό και το Τεχνολογικό Λύκειο με στόχο να τα μετατρέψει σε επιχειρήσεις, όπου η γνώση θα αντικατασταθεί από τις πληροφορίες, οι μαθητές σε πελάτες (που γιατί όχι θα πρέπει να πληρώνουν σε λίγα χρόνια για τις παρεχόμενες υπηρεσίες) και οι διευθυντές των σχολείων σε managers. Συγχρόνως διαλύει τις εργασιακές σχέσεις στην εκπαίδευση και εξαθλιώνει τους εκπαιδευτικούς, με την υποχρέωση να εργάζονται σε απομακρυσμένες περιοχές με δυσανάλογο με το μισθό τους κόστος.

Οι καθηγητές μπροστά σε αυτή την επίθεση αποφασίζουν να δώσουν έναν σκληρό αγώνα επιβίωσης των ίδιων και της δημόσιας εκπαίδευσης. Σηκώνουν το γάντι που τους ρίχνει η τρικομματική Κυβέρνηση στην πιο δύσκολη περίοδο για αυτούς, τις Πανελλαδικές εξετάσεις.

Η απεργία των καθηγητών είναι απεργία για τη δημόσια παιδεία, είναι απεργία για το δικαίωμα των παιδιών στη μόρφωση, είναι απεργία για το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και την ελπίδα. Συμβάλλουν συνολικά στον αγώνα του λαού για την απόκρουση και ανατροπή του κοινωνικού σφαγείου κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ. Αποτελεί μεγάλο λάθος της ηγεσίας του ΚΚΕ η εναντίωση στην απόφαση για σκληρό απεργιακό αγώνα, στο όνομα της μη διατάραξης των πανελλαδικών εξετάσεων. Η Αριστερά πρέπει να στηρίζει και όχι να αποφεύγει τους αγώνες.

Ο αγώνας των καθηγητών μπορεί να είναι νικηφόρος εάν στηριχθεί στη μαζική τους συμμετοχή, στις συνελεύσεις, στις διαδηλώσεις, στις απεργιακές επιτροπές, παντού! Ενωμένοι οι αγωνιζόμενοι εκπαιδευτικοί από τα κάτω, υπερβαίνοντας τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, με την έμπρακτη στήριξη των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, μπορούν να ανατρέψουν την κυβερνητική πολιτική.
 
Η κυβέρνηση τολμά να κατηγορήσει τους καθηγητές για παιχνίδι με τον κόπο και την αγωνία των μαθητών. Έχοντας δημιουργήσει ένα σχολείο-εξεταστικό κάτεργο, την ίδια στιγμή που οι θέσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση περικόπτονται και η ανεργία στους νέους εκτινάσσεται στο 64% η κυβέρνηση δεν δικαιούται να μιλά για την αγωνία της νεολαίας και των οικογενειών τους.

Οι καθηγητές και καθηγήτριες απεργούν για όλους μας και γι' αυτό όλες και όλοι μας είμαστε στο πλευρό τους. Η κυβέρνηση είναι γελασμένη εάν πιστεύει ότι μπορεί να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά του κοινωνικού αυτοματισμού και καλά θα κάνει να ξεχάσει κάθε σκέψη για επιστράτευση γιατί θα πέσει στο κενό.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στηρίζει και συμπαραστέκεται στον δίκαιο αγώνα των εκπαιδευτικών. Θα βρεθεί μαζί τους καλώντας όλους τους εργαζόμενους και τη νεολαία στο δρόμο για να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στην εκπαίδευση, την εργασία και τη ζωή αλλά και το δικαίωμα να παλεύουμε για όλα αυτά. 

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Η δική μας Ανάσταση



Για να επιτευχθεί η δική μας Ανάσταση, ως συλλογική ανατροπή- απελευθέρωση, του ίδιου του λαού εν ζωή, είναι αναγκαίο να υπερβούμε τη δύναμη της συνήθειας και τη συνεπαγόμενη εθελοδουλία, σε θεούς αλλά και σε άλλους ανθρώπους.

Θυμίζω ενδεικτικά ότι αυτές οι βαθύτατα συντηρητικές δυνάμεις έχουν αναδειχτεί με τον πιο γλαφυρό τρόπο από την εποχή του Πλάτωνα μέχρι σήμερα από σημαντικούς στοχαστές.
Ο Πλάτωνας στην παραβολή του σπηλαίου των δεσμωτών αναφέρεται στην τρομερή δυσκολία που θα συναντήσουν όσοι δουν την πραγματικότητα ως έχει, για να πείσουν εκείνους οι οποίοι έχουν εθιστεί να βλέπουν τα είδωλα της.
Διαπρεπείς ιστορικοί μας επισημαίνουν ότι οι εξεγέρσεις του Σπάρτακου δε στόχευαν στην κατάργηση του δουλοκτητικού συστήματος γενικά, αλλά στο να πάψουν να είναι δούλοι οι ίδιοι οι εξεγερμένοι.
Ο Λα Μποεσί το 16 αιώνα αναφέρεται στην εθελοδουλία και στον «απεριόριστο αριθμό ανθρώπων, οι οποίοι όχι μόνον υπακούουν αλλά υπηρετούν, όχι μόνον κυβερνώνται άλλα τυράννιονται ».
Ο Ντέιβιντ Χιούμ επισημαίνει ότι «εθιζόμαστε τόσο έντονα στην υπακοή και την υποταγή που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αναζητούν να πληροφορηθούν περισσότερα για την προέλευση ή την αιτία της, παρά όσο για τις αρχές της βαρύτητας, της αδράνειας ή για τους πιο γενικούς νόμους της φύσης».
Ο Ρουσσώ κάνει λόγο για δειλία που διαιωνίζει τη σκλαβιά, για δούλους που χάνουν τα πάντα μέσα στα δεσμά τους, ακόμα και τον πόθο να ξεσκλαβωθούν, για ανθρώπους που αγαπούν τη σκλαβιά τους, όπως οι σύντροφοι του Οδυσσέα αγαπούσαν την αποκτήνωση τους.
Ο Ροβεσπιέρος και ο Μπαμπέφ μιλούν για τον αρνητικό ρόλο της μεγάλης δύναμης των προκαταλήψεων.
O Ένγκελς μας υπενθυμίζει ότι όταν στην Πρωσία καταργήθηκε η δουλοπαροικία και μαζί με αυτήν η υποχρέωση για τα αφεντικά να βοηθούν τα υποκείμενα τους στην μιζέρια τους, την αρρώστια και τα γηρατειά, οι αγρότες απηύθυναν έκκληση στο βασιλιά, ζητώντας του να διατηρήσει την δουλοπαροικία.
Την ίδια αντίδραση είχαν και οι Ρώσοι κολήγοι μετά την απελευθέρωση τους από τον Τσάρο Αλέξανδρο το Δεύτερο το 1864 όταν ελεύθεροι πια συνέχιζαν να κουρνιάζουν έξω από τα αρχοντικά των αφεντάδων τους.
Ο Μαρξ επισημαίνει ότι όπως «αυτός ο άνθρωπος είναι[…] βασιλιάς μόνο γιατί άλλοι άνθρωποι φέρονται απέναντι του σαν υπήκοοι», έτσι και το κεφάλαιο θα συνεχίσει να βασιλεύει όσο το προλεταριάτο θα υπακούει στα κελεύσματα του και δεν θα εξεγείρεται.
Ο Μπακούνιν ερμηνεύει την απογοητευτική βραδύτητα της ιστορικής εξέλιξης της ανθρωπότητας με τη δουλοπρέπεια, τη ρουτίνα, την έλλειψη πρωτοβουλίας και πνεύματος εξέγερσης που κυριαρχεί στα πνεύματα των ανθρώπων.
Ο Λένιν πέρα από την επισήμανση της τρομερής δύναμης της συνήθειας, κάνει λόγο για ένα τμήμα του προλεταριάτου των αναπτυγμένων χωρών, που αντιδρούν σαν «ευχαριστημένοι σκλάβοι που απαρνούνται την ιδέα της εξάλειψης της σκλαβιάς»,
και συμφωνεί με τον Μπουχάριν όταν αυτός επισημαίνει ότι όσο «η εργατική τάξη στο σύνολο της [….] «συγκατατίθεται» σιωπηρά να εκπληρώνει την καπιταλιστική λειτουργία», ο καπιταλισμός θα συνεχίζει να κυριαρχεί.
Το ίδιο και ο Γκράμσι, όπως έχουμε ξαναγράψει, μας λέει ότι πρέπει να ξεπεράσουμε το σύνδρομο που είχε το αλογάκι Ντιαμαντίνο, το οποίο επειδή γεννήθηκε σε μια σκοτεινή στοά, του ήταν αδύνατον να φανταστεί ότι θα μπορούσε να ζήσει στο φως του ήλιου. Στο ίδιο μήκος κύματος ο Βιλχελμ Ράϊχ μιλά για το μίσος στο φως του ήλιου του Ανθρωπάκου του.
Ο Νίτσε με τη σειρά του μας θυμίζει ότι πρέπει «να θελήσουμε ν’ αφανιστούμε για να μπορέσουμε να ξαναγίνουμε». Και ο Ερνστ Μπλοχ μιλά για τη συνήθεια σαν ναρκωτικό .
Τέλος ο Ανδρέας Κάλβος με τον πλέον έξοχο τρόπο μας προειδοποιεί και μας προτρέπει:
«Ὅσοι τὸ χάλκεον χέρι
βαρὺ τοῦ φόβου αἰσθάνονται,
ζυγὸν δουλείας, ἂς ἔχωσι·
θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην
ἡ ἐλευθερία.»
Καλή κόκκινη Ανάσταση –Επανάσταση

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

«Επιδρώντας» στο ΣΥΡΙΖΑ από τα αριστερά: το αδιέξοδο μιας αυταπάτης


Των Θωμά Σουνάπογλου και Γιώργου Κρεασίδη
Πηγή:  www.aristeroblog.gr
Η συζήτηση για την αριστερή κυβέρνηση, από πολλές αριστερές δυνάμεις και φωνές, γίνεται συχνά με προβληματική μεθοδολογία. Αποσυνδέονται τα γενικά κριτήριαγια το ζήτημα των μετώπων και της εξουσίας από το συγκεκριμένο πρόγραμμακαι την πολιτική φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ.
Έτσι, γίνονται ορισμένα λογικά άλματα, ακόμα και πολιτικές λαθροχειρίες.
Πρώτα πρώτα, παρουσιάζεται ένας άλλος ΣΥΡΙΖΑ και ένα άλλο πρόγραμμα από αυτό που έχει.
Συνήθως εμφανίζεται μια ψευδής εικόνα, σύμφωνα με την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζεται με θετικό τρόπο σαν να έχει:
  • ένα κατά βάση αριστερό φιλολαϊκό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, με κάποιες έστω αυταπάτες και λάθη για την ΕΕ, αλλά «αυτό θα το ξεπεράσει η ζωή», μέσα από μια αλυσιδωτή διαδικασία που θα μοιάζει με ντόμινο,
  • μια σωστή στόχευση πολιτικής αλλαγής μέσω της πρότασης για αριστερή κυβέρνηση (με κάποια λάθη τακτικής, όταν απευθύνεται στον Καμένο ή την ΔΗΜΑΡ) και
  • με κοινωνική βάση τις εργατικές λαϊκές δυνάμεις (με κάποια αδυναμία  ή/και υποτίμηση στην οργάνωσή τους).
Από την άλλη, πάντα κατά την ίδια συλλογιστική ―και με κριτικό τρόπο- παρουσιάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ σαν να έχει μια ηγεσία η οποία:
  • δεν στηρίζεται όσο πρέπει στο μαζικό κίνημα  και υπερτονίζει τον κοινοβουλευτικό δρόμο,
  • λαθεύει επικίνδυνα για τη δυνατότητα αξιοποίησης ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων,
  • δεν έχει plan B στην περίπτωση αποπομπής από την ευρωζώνη
  • δεν επιμένει στην «ενότητα της Αριστεράς», αλλά αλληθωρίζει παράλληλα προς ΔΗΜΑΡ, Ανεξάρτητους Έλληνες.
Ο «μέσος όρος» αυτών των «θετικών και αρνητικών στοιχείων», οδηγεί όσους ακολουθούν αυτό τον τρόπο σκέψης, στο ένα συμπέρασμα ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια δύναμη σε ταλάντευση» ή αλλιώς ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί “ανοιχτό ζήτημα”...».
Δικαιολογείται έτσι μια αχρονική εφαρμογή «ενιαίου μετώπου», ώστε να γύρει η ταλάντευση προς την αριστερή μεριά.
Καθορίζεται τελικά, με αυτό το δικαιολογητικό υπόστρωμα, είτε μια γραμμήενεργητικής στράτευσης (βλέπε π.χ. συμμετοχή εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων της Αριστεράς στο ΣΥΡΙΖΑ, Κουβελάκης κ.λπ.), είτε κριτικής στήριξης της πολιτικής στρατηγικής του (π.χ. «Πρωτοβουλία των 1000» κ.ά.) και ειδικότερα της κυβερνητικής προοπτικής που χαράζει ο ΣΥΡΙΖΑ, στο όνομα του «εφικτού».
Φτιάχνεται  έτσι ένα πολιτικό φάσμα διαδοχικής  συνέχειας, που στη μια του άκρη έχει τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς (ή και του αντεξουσιαστικού χώρου!) και στην άλλη άκρη του μας περιμένει η Κατσέλη και άλλοι εκσυγχρονιστές του ΠΑΣΟΚ, ο Καμμένος και η ΔΗΜΑΡ.
Διότι αλλιώς «δεν μπορεί να φτιαχτεί κυβέρνηση», που είναι και το βασικό και μεγάλο ζητούμενο.  Άλλωστε, όπως λέγεται με νόημα, «και ο Τσάβες στην αρχή είχε και δεξιούς υπουργούς».
Έτσι και χωρίς ορισμένοι να το πάρουν και καλά καλά χαμπάρι, θα βρεθούν ―αν βρεθούν― να αποτελούν από ατύχημα συγκυβερνώσα κυβερνητική παράταξη, μαζί με άλλους οι οποίοι τους προκαλούν αποτροπιασμό για την πολιτική τους. Με τον ίδιο τρόπο που ο Κουβέλης βρέθηκε για λόγους «εθνικής ανάγκης», να συγκυβερνά μαζί με το φασίστα Βορίδη. Όλα γίνονται…
Κατά τη γνώμη μας, πρέπει στη συζήτησή μας να στηριζόμαστε στα πραγματικά δεδομένα, με βάση τα γενικά πολιτικά μας κριτήρια. Αυτό απαιτεί μιασυγκεκριμένη εκτίμηση για την πολιτική φυσιογνωμία και στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ.
Έτσι, κωδικοποιώντας όσα προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν πρέπει να προσπερνά κανείς ως τυχαία, ούτε σαν ατοπήματα κάποιων δεξιών στελεχών, που τυχαίνει και να εκπονούν το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, τα παρακάτω:
  • Η πρόσδεση στο Ευρώ και την ΕΕ και η ουσιαστική αποδοχή του δεσμευτικού πλαισίου τους (Σύμφωνο για το ευρώ, Δημοσιονομικό Σύμφωνο), σε συνδυασμό με την αποδοχή του χρέους, κάνουν αδύνατη απίθανη μια ριζοσπαστική δέσμη μέτρων που θα δώσουν μια άμεση ανακούφιση στο λαό.
  • Η  προγραμματική δέσμευση για διατήρηση του σημερινού επιπέδου δαπανών και της άρνησης της συγκεκριμένης τοποθέτησης για αύξηση των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις από το 21% που βρίσκεται σήμερα (πιο χαμηλά και από τη νεοφιλελεύθερη Μ. Βρετανία), οδηγούν μοιραία σε απουσία από το πρόγραμμα της επαναφοράς των κομμένων μισθών στους δημοσίους υπαλλήλους,  μη δέσμευση για την κατάργηση της «εισφοράς» αλληλεγγύης ή σύναψη Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα δώσει πίσω τον κλεμμένο πλούτο από τους εργαζόμενους. Ακόμα και το προφανές μέτρο της απόδοσης επιδόματος ανεργίας για όλους τους ανέργους και η αύξησή του από το κωμικό ποσό των 360 ευρώ, είναι πολυτέλεια για τον ΣΥΡΙΖΑ
  • Η αποδοχή των ιδιωτικοποιήσεων και η ανάπτυξη που δε θα πειράξει τις δαπάνες στους ήδη ρημαγμένους τομείς της υγείας, της παιδείας και των συγκοινωνιών. Είναι χαρακτηριστική η αναδίπλωση για την COSCO, αλλά πολύ περισσότερο η υιοθέτηση της «προσέλκυσης επενδυτών», μέσω του σχήματος για «αξιοποίηση» της δημόσιας περιουσίας και όχι «εκποίηση».
  • Η μη κατάργηση  ουσιαστικά της πολιτικής των μνημονίων. Ο ΣΥΡΙΖΑ ρητά μιλά για  αντικατάσταση των μνημονίων με «εθνικό σχέδιο ανόρθωσης, όπου βασική φιλοσοφία του προγράμματος είναι μια “ρεαλιστική, αποτελεσματική και κοινωνικά δίκαιη δημοσιονομική σταθεροποίηση”, δηλαδή μια «αριστερή» ευρωπαϊκή λιτότητα.
Όλα αυτά έχουν ένα κοινό νήμα που τα συνδέει και αυτό δεν είναι άλλο από την πολιτική στρατηγική της «ελάφρυνσης των βαρών» της κοινωνίας μέσω από μια παρέμβαση, διά της κυβέρνησης, στο πεδίο της αναδιανομής εισοδήματος και χωρίς ανατροπή στο πεδίο της παραγωγής και της διεθνούς θέσης της χώρας μέσα στην ΕΕ.
Αυτό, για να συμβεί, έχει δύο βασικές προϋποθέσεις.
Πρώτον, να υπάρξει μια καπιταλιστική ανάπτυξη και μάλιστα θηριώδης, ώστε να απορροφηθούν 1,5 - 2 εκατομμύρια άνεργοι.
Δεύτερον, αυτοί οι εθνικά σκεπτόμενοι και κοινωνικά ευαίσθητοι επενδυτές, να προσφερθούν να μοιράσουν το πλεόνασμα.
Και τα δύο, σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης και απορρύθμισης της ευρωζώνης, είναι όνειρα θερινής νυκτός. Ουσιαστικά πρόκειται για μια αντίληψη που βλέπει το ξεπέρασμα της κρίσης μέσα στο έδαφος του καπιταλισμού που σφραγίζεται από την αυταπάτη της επιστροφής σε κάποιας μορφής κεϊνσιανισμό. Λες και η βαρβαρότητα που ζούμε είναι αποτέλεσμα του στενού ορίζοντα μιας πολιτικής ελίτ και αρκεί η αλλαγή πολιτικού διαχειριστή για να την ξεπεράσουμε...
Υπάρχει η πείρα του ΠΑΣΟΚ και της στάσης της Αριστεράς, «φιλοσοβιετικής» και «ευρωκομμουνιστικής», απέναντί του, που δεν πρέπει να προσπεραστεί έτσι αβασάνιστα.
Η εκτίμηση που έχει κανείς για μια πολιτική δύναμη, όσο αφορά τα θεμελιώδη κοινωνικά και ταξικά χαρακτηριστικά της, είναι ζήτημα κλειδί για τον καθορισμό της πολιτικής τακτικής απέναντί της.
Η θεωρία «ενισχύουμε τα θετικά, αντιπαλεύουμε τα αρνητικά», κλασικό δόγμα της στάσης του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσ. μετά το 1981 απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, αποτέλεσε τον τάφο για την Αριστερά και όχι μόνο σε εκείνη την πολιτική συγκυρία. Αποτέλεσε ένα εφεύρημα των ηγεσιών τους που είχε σαν αποτέλεσμα να προσπεραστεί η εκτίμηση ότι ο βασικός χαρακτήρας του ΠΑΣΟΚ ήταν ένα αστικό κόμμα, με ισχυρότατη επιρροή στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα. Ένα κόμμα που είχε επομένως όλες τις προϋποθέσεις για ένα αναγκαίο αστικό εκσυγχρονισμό του μετεμφυλιακού «κράτους της Δεξιάς», όταν  η τελευταία είχε εξαντλήσει τα όριά της.
Το κλασικό αντεπιχείρημα στις κριτικές φωνές για αυτή τη στάση συμπληρωματικού ρόλου της Αριστεράς, αποτελούσε πάντα το γεγονός ότι «οι εργατικές μάζες είναι στο ΠΑΣΟΚ» ή όπως το έθετε ο Μίμης Ανδρουλάκης, «ο Ανδρέας έφερε την έννοια του σοσιαλισμού και της αλλαγής σε κάθε σπίτι». Λες και η εργατική τάξη έχει μια θεϊκή αποστολή, περίπου κατά το νόμο της βαρύτητας, αν δεν στηρίζει κομμουνιστικά κόμματα, σίγουρα να στηρίζει κόμματα μισοεπαναστατικά.
Πρέπει μάλιστα να υπογραμμιστεί ότι στις συνθήκες εκείνες, όχι μόνο είχε το ΠΑΣΟΚ συντριπτική εκλογική υπεροχή στα λαϊκά στρώματα, αλλά είχε και πλήρη και καθολική ηγεμονία, γεγονός που είχε επίδραση στις επιλογές του. Τα οργανωμένα τμήματα της βιομηχανικής εργατικής τάξης, με ποσοστά της ΠΑΣΚΕ άνω του 70% (ναυπηγεία, χαλυβουργία, πολεμική βιομηχανία κ.λπ.), σήμερα αποτελούν άπιαστο όνειρο για τον ΣΥΡΙΖΑ.
Δε θα αποφύγουμε το πειρασμό να θυμίσουμε την πρόβλεψη του Μ. Ανδρουλάκη, όταν υποστήριξε την πολιτική της κριτικής υποστήριξης του ΠΑΣΟΚ, πως «όταν αυτό θα τα στρίψει προς τα δεξιά, τότε θα ξηλωθεί ταχύτητα προς τα αριστερά, όπως διαλύεται το καλσόν όταν ξηλωθεί ένας πόντος».  Αλλά και τη σκωπτική αποστροφή του Κ. Τζιαντζή για αυτή τη λογική,  που μιλούσε για «εφαψίες της πολιτικής».
Μας έρχεται αμέσως  η αντίρρηση ότι πρόκειται για μια αντιιστορική τοποθέτηση, καθώς δεν υπάρχουν περιθώρια σήμερα για επανέκδοση μιας σοσιαλδημοκρατικής πρότασης. Συχνά μάλιστα υποστηρίζεται πως αυτό το εγγυάται η προέλευση του βασικού κορμού του ΣΥΡΙΖΑ και του ΣΥΝ από την κομμουνιστική Αριστερά και το ΚΚΕ, καθώς και η εξωκοινοβουλευτική προέλευση των ριζοσπαστικών συνιστωσών. Ξεχνά μια τέτοια αντίληψη ότι και το ιταλικό Δημοκρατικό Κόμμα που είναι η μετεξέλιξη του ιστορικού Ιταλικού ΚΚ, στήριξε την κυβέρνηση του Μόντι, του «Ιταλού Παπαδήμου», ενώ ήταν η δική του κυβέρνηση υπό τον Πρόντι που ξήλωσε το κοινωνικό κράτος και ρήμαξε τις εργασιακές σχέσεις. Ξεχνά επίσης ότι η Κομμουνιστική Επανίδρυση μετά τη στήριξη του Πρόντι από σημείο αναφοράς για μεγάλο κομμάτι της ευρωπαϊκής Αριστεράς, βρέθηκε να είναι μια περιθωριακή δύναμη.
Το επιχείρημα που θέλει τη σοσιαλδημοκρατική πρόταση να μην επαναλαμβάνεται είναι ορθότατο, μόνο που είναι απολύτως αντεστραμμένο. Αν το 1970 ή το 1980 υπήρχε ένα στοιχειώδες έδαφος για να σταθούν μεταρρυθμιστικές βελτιωτικές λύσεις εντός του καπιταλιστικού πλαισίου, σήμερα η δυνατότητα αυτή, λόγω της ποιοτικής εμβάθυνσης της κρίσης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και των διπλών αρνητικών επιδράσεων μιας ευρωζώνης πραγματικού κρεματόριου, είναι πραγματικά εντελώς οριακή και μόνο σαν σύντομο επεισόδιο και πρελούδιο μιας αποφασιστικής κλιμάκωσης της ταξικής αντιπαράθεσης για το ζήτημα της εξουσίας. Αυτό όμως είναι λόγος όχι για να υποστηρίζεται κριτικά, αλλά να αντιπαλεύεται μια σύγχρονη ρεφορμιστική πολιτική γραμμή αστικού εκσυγχρονισμού, εντός καπιταλιστικού πλαισίου και ΕΕ!
Αυτό καθόλου δε σημαίνει ότι οι λαϊκές μάζες δεν θα έχουν προσμονή και αυταπάτη για κάτι τέτοιο, άρα ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να στηρίξουν «εύκολες λύσεις» ανακούφισης είτε στα αριστερά είτε στα δεξιά. Και αυτό ακριβώς είναι που βλέπουμε στην αναδιάταξη του πολιτικούς σκηνικού. Ο εμβριθής επαναστάτης και ο πολιτικός επιστήμονας μπορεί να ισχυρίζονται –και ορθά― ότι περιθώρια άσκησης σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής δεν υπάρχουν. Ωστόσο, χάρη και στην παρελθούσα πολιτική και ιδεολογική ύπνωση που έχει προσφέρει και η Αριστερά του «μέσου όρου θετικών και αρνητικών» και του «αθροίσματος των δημοκρατικών δυνάμεων», οι αυταπάτες του κόσμου μπορούν να αναγεννιούνται, με τη μορφή της ελπίδας της άμεσης και άκοπης λύσης, χωρίς ιδιαίτερη συμμετοχή και ενεργοποίηση του. Πολύ περισσότερο, όταν αυτές οι αυταπάτες συντηρούνται και υποδαυλίζονται και από ρεύματα της Αριστεράς… Μόνο που το κόστος της συντριβής θα είναι βαρύτερο για όλους.